Κείμενο – φωτογραφίες: Έφη Χαραλαμπίδου (αναγνώστρια)
 
Το Ξηροπόταμι είναι ένας τόπος που δεν θα βρεις εύκολα στους τουριστικούς οδηγούς της Χαλκιδικής. Κι όμως, η ιστορία του λέει πολλά για τη Χαλκιδική του περασμένου αιώνα. Μετά το 1923 εγκαταστάθηκαν εδώ οικογένειες προσφύγων, σε έναν τόπο γεμάτο έλη και κουνούπια. Η ελονοσία και οι κακουχίες δεν άφησαν πολλούς να μείνουν.
Ο οικισμός ερήμωσε. Αργότερα, όταν οι συνθήκες άλλαξαν, ορισμένοι άνθρωποι επέστρεψαν για να χτίσουν δίπλα στη θάλασσα ένα μικρό εξοχικό. Ένα σπίτι για τα καλοκαίρια της οικογένειας.
Εκεί, σε αυτή την ίδια παραλία, συναντώ κάθε χρόνο τις γυναίκες του καλοκαιριού.
Δεν γνωρίζω τα ονόματά τους.
Έρχονται σχεδόν την ίδια ώρα, λίγο πριν δυναμώσει ο ήλιος. Με τις ψάθινες τσάντες, τα μεγάλα γυαλιά. Άλλες έχουν αφήσει τα μαλλιά τους λευκά, άλλες τα βάφουν ακόμη. Το καπέλο δεν το βγάζουν ποτέ μέσα στη θάλασσα.
«Να μη βραχεί το μαλλί», λένε και γελάνε.
Μπαίνουν αργά στο νερό και αρχίζουν την κουβέντα. Μπορεί να κρατήσει μία ώρα, μπορεί και δύο. Τα θέματα ίδια κάθε χρόνο. Τα παιδιά, τα εγγόνια, οι γιατροί, οι συντάξεις, οι τιμές. Κάποια στιγμή θα αναφέρουν κι εκείνον που “έφυγε”. Ή εκείνη που δεν ήρθε φέτος στην παραλία. Θα σωπάσουν για λίγα δευτερόλεπτα.
 
Τα σπίτια τους άλλα μεγάλα, άλλα μικρά. Κανένα δεν έγινε από τη μια μέρα στην άλλη. Χτίστηκαν λίγο λίγο, όταν περίσσευαν χρήματα. Ένα δωμάτιο τη μία χρονιά, μια βεράντα την επόμενη, ένα υπόστεγο αργότερα. Μέσα τους μεγάλωσαν παιδιά, πέρασαν φίλοι, ήρθαν εγγόνια και τώρα δισέγγονα.
Από τις κουζίνες τους βγήκαν αμέτρητα γεμιστά, τηγανητά ψάρια, κολοκυθάκια, ντομάτες από τον κήπο, πρόχειροι μεζέδες για όποιον εμφανιζόταν στην αυλή και γρήγορα γλυκά ψυγείου που δεν έλειπαν ποτέ από το τραπέζι. Ακόμη ανταλλάσσουν συνταγές.
Η παραλία, βέβαια, δεν είναι πια η ίδια. Σήμερα υπάρχουν δύο beach bar και καντίνες. Η μουσική δεν σταματά σχεδόν ποτέ. Οι ξαπλώστρες φτάνουν όλο και πιο κοντά στο κύμα και κάθε χρόνο νιώθεις ότι η παραλία μικραίνει και νέα κτίσματα ξεπροβάλλουν.
Εκείνες, όμως, συνεχίζουν να συναντιούνται στο ίδιο σημείο.
Κάθε φορά που τις βλέπω, σκέφτομαι πως αυτές οι γυναίκες είναι μια Ελλάδα που σιγά σιγά λιγοστεύει. Η Ελλάδα της παρέας, της καλοκαιρινής ανεμελιάς, του τραπεζιού που πάντα χωρά έναν άνθρωπο ακόμη, του καλοκαιριού που δεν χρειάζεται ‘beatια’ για να έχει ήχο.
Και φοβάμαι πως, όταν κάποτε πάψουν να δίνουν αυτό το πρωινό τους ραντεβού, θα χαθεί μαζί τους και ένας ολόκληρος τρόπος να ζεις το καλοκαίρι.
guest

0 Comments
νεότερα
παλιότερα δημοφιλή